- περικολπίζω
- περι-κολπίζω, einen Meerbusen umfahren
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
περικολπίζω — Α περιπλέω τα παράλια κόλπου. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + κόλπος] … Dictionary of Greek
περικολπίζοντι — περικολπίζω sail round a bay pres part act masc/neut dat sg περικολπίζω sail round a bay pres ind act 3rd pl (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικολπίζοντες — περικολπίζω sail round a bay pres part act masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)